Σχόλια: 
Να και μια από τις ταινίες που επηρεάστηκαν από το PLANET OF THE VAMPIRES του μεγάλου Mario Bava και με τη σειρά τους επηρέασαν μέχρι ενός σημείου την ιστορικότερη ίσως ταινία scifi horror, το ALIEN. Πρόκειται για μια Αμερικάνικη ταινία που έχει μεταξύ άλλων να επιδείξει ένα cast πρώτης γραμμής που αμέσως τραβάει το μάτι κάθε φίλου του σινεμά ώστε να αποκτήσει την καλοδεχούμενη θετική προδιάθεση, η οποία λογικά μεγαλώνει με τα θρυλικά ονόματα των Roger Corman και Samuel Z. Arkoff στην παραγωγή. Περίπου τα ίδια και για τον σκηνοθέτη Curtis Harrington που είχε κάπως ακουστεί λίγα χρόνια πριν κυρίως με το NIGHT TIDE (1961) και λιγότερο με το VOYAGE TO THE PREHISTORIC PLANET (1965). Το QUEEN OF BLOOD είναι μια γενικά ψυχαγωγική ταινία που όμως παρασύρεται από τα πενιχρά της μέσα και την χρήση ξεπερασμένων τεχνικών που χρησιμοποιούνταν σε ταινίες του είδους τη δεκαετία του 50. Μια διαστημική αποστολή στέλνεται από την Γη στον Άρη με στόχο να εντοπίσει και να διασώσει το πλήρωμα ενός εξωγήινου διαστημοπλοίου που καταστράφηκε καθώς κατευθυνόταν προς τη Γη λίγο μετά την επιτυχημένη πρώτη επαφή τους με τις γήινες αρχές. Επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας ο λαλίστατος Δρ. Farraday (Basil Rathbone) που κατευθύνει την αποστολή από το αρχηγείο ενώ το πλήρωμα του διαστημοπλοίου περιλαμβάνει τους Allan Brenner (John Saxon), Paul Grant (Dennis Hopper), Laura James (Judi Meredith) και Anders Brockman (Robert Boon). Λίγο μετά την προσγείωση στον κόκκινο πλανήτη τα μέλη της αποστολής εντοπίζουν ένα θηλυκό ανθρωποειδές το οποίο πρέπει πάση θυσία να κρατήσουν στη ζωή και να μεταφέρουν στη Γη. Αυτό που δεν γνωρίζουν τα μέλη της αποστολής είναι ότι η όμορφη θηλυκιά εξωγήινη έχει ακόρεστη πείνα για ανθρώπινο αίμα και αρχίζει να σκοτώνει τα μέλη του πληρώματος το ένα μετά το άλλο. Από πλευράς υπόθεσης, το QUEEN OF BLOOD δείχνει γρήγορα τη σχέση του τόσο με το PLANET OF THE VAMPIRES που μοιάζει να είναι η κύρια πηγή έμπνευσής του, όσο και με το ALIEN, το οποίο λογικά χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία από την συγκεκριμένη παραγωγή, έστω και με ακούσιο τρόπο. Δυστυχώς ο πενιχρός προϋπολογισμός του, η 50s αισθητική και η φανερή προχειρότητα με την οποία γυρίστηκε φαίνονται καθαρά, ακόμα κι αν τα διαστημικά πλάνα τα οποία «δανείστηκε» η ταινία από 2 Ρωσικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας της εποχής είναι τόσο πλούσια όσο χρειάζεται για να περάσει απαρατήρητη η γύμνια της παραγωγής. Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους διαλόγους, που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι αφελείς και αστείοι και υποβαθμίζουν το υπόλοιπο. Στα θετικά σίγουρα βρίσκονται οι παρουσίες των πασίγνωστων σήμερα πρωταγωνιστών, αν και οι ερμηνείες τους δεν ξεφεύγουν από το γενικότερο b-επίπεδο ολόκληρης της παραγωγής. Ο John Saxon προσπαθεί φιλότιμα να παραδίδει τις γενικά ανεπαρκείς ατάκες του όσο καλύτερα μπορεί όπως και η Judi Meredith, ενώ ο νεότατος Dennis Hopper μοιάζει πιο άνετος και δείχνει κάποια από τα στοιχεία με τα οποία ταυτίστηκε τα επόμενα χρόνια. Όσο για τον θρυλικό Basil Rathbone που βρισκόταν στη δύση της μεγάλης καριέρας του, είναι μάλλον η απογοήτευση της ταινίας, αφού τόσο ο χαρακτήρας του όσο και η συμμετοχή του είναι όσο κλισαρισμένη όσο θα μπορούσε και η θεατρική και ολίγον τι υπερβολική του ερμηνεία δεν βοηθούν να ξεχωρίσει ή να πάρει πάνω του το όλο εγχείρημα, όπως έκανε ακόμα και με την πιο μέτρια μεταφορά του Sherlock Holmes στο παρελθόν. Η προστιθέμενη αξία έρχεται από την παρουσία της Florence Marly στο ρόλο της καταπράσινης εξωγήινης, ένας χαρακτήρας που μοιάζει να βγήκε από σενάριο του πρωτότυπου STAR TREK. Αν και δεν ανοίγει το στόμα της παρά μόνο σε ελάχιστες στιγμές, η παρουσία της είναι επιβλητική και δίνει το αναγκαίο στοιχείο τρόμου με τα ακαθόριστα χαμόγελά της και την αιματηρή για τα στάνταρντς της εποχής δράση της. Περιττό να αναφέρω ότι το δευτερεύον στοιχείο του τρόμου εξαντλείται από τη δράση του συγκεκριμένου χαρακτήρα στο δεύτερο μισό της ταινίας, που περιλαμβάνει αρκετά ατμοσφαιρικά πλάνα μυστηρίου και όλες τις σκηνές φόνων. Όμως, όπως τα περισσότερα θετικά στοιχεία της παραγωγής, ακόμα και η εξωγήινη βρικόλακας δεν χρησιμοποιείται στο βαθμό που έπρεπε από το σενάριο, το οποίο είναι εντελώς ευκαιριακό, αφελές και χωρίς καμία δραματουργική λογική. Για παράδειγμα, ενώ η εύρεση της εξωγήινης σταμπάρεται ως «η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας», το σενάριο κάνει ελάχιστες κινήσεις για να δείξει κάτι τέτοιο, με το πλήρωμα ουσιαστικά να την αφήνει ελεύθερη να κάνει ότι θέλει, χωρίς ούτε καν βασική επιτήρηση. Ο χρόνος προβολής, ιδίως στο πρώτο μισό της ταινίας, αναλώνεται σε ανούσια ψευδοεπιστημονική φλυαρία ποιότητας και λογικής δεκαετίας του 50, ρουτινιάρικες σκηνές καθοδήγησης του διαστημοπλοίου της αποστολής από το επίγειο αρχηγείο και γενικά είναι αδιάφορος από άποψη περιεχομένου, με τα κλεμμένα Σοβιετικά πλάνα να έχουν όλη την προστιθέμενη αξία φτιάχνοντας περιέργως πολύ καλή ατμόσφαιρα η οποία συντηρείται σε όλη σχεδόν τη διάρκεια. Γενικά, ακόμα και στην διάρκεια των 75 λεπτών, το QUEEN OF BLOOD δείχνει ότι θα μπορούσε να είναι ακόμα μικρότερο, με την δράση και την ενδιαφέρουσα πλοκή να μην καταλαμβάνει πάνω από 35- 40 λεπτά από το χρόνο προβολής. Άλλα στοιχεία που έχουν ενδιαφέρον είναι σίγουρα η παράξενη ηλεκτρονική μουσική και το απαισιόδοξο φινάλε που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα και τουλάχιστον στην λογική της ταινίας μοιάζει απόλυτα ταιριαστό και αναπόφευκτο. Η μη διάθεση του σεναρίου να σχολιάσει τις διάφορες συνέπειες της ανακάλυψης εξωγήινης ζωής επίσης χτυπάει άσχημα και προκαλεί τον καθένα να σκεφτεί τι θα μπορούσε να είχε κάνει ο οποιοσδήποτε από τους σεναριογράφους επεισοδίων του κλασικού STAR TREK με αυτό το υλικό. Τέτοιο υλικό υπάρχει μπόλικο, αλλά δεν αξιοποιείται όσο θα μπορούσε με μόνο μερικές αναφορές σχετικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η επικίνδυνη εξωγήινη και επιδερμικό προβληματισμό σχετικά με την απόφαση να μεταφέρουν ένα τόσο επικίνδυνο πλάσμα στη Γη. Παρόμοια προβληματική υπάρχει σε διαφορετική μορφή και στο ALIEN, με τους υπεύθυνους της εταιρίας να θέλουν να μεταφέρουν τον φονικό εξωγήινο στη Γη παρόλες τις προειδοποιήσεις του πληρώματος. Αυτή η προβληματική δίνει ένα σχετικό βάθος στο QUEEN OF BLOOD που ακόμα και με τις πολλές ατέλειές του είναι μια άκρως ατμοσφαιρική και γενικά διασκεδαστική απογευματινή ταινία με στοιχεία που τουλάχιστον οι fans του είδους μπορούν να εκτιμήσουν.
|